| Άρθρο διαλόγου 7 |
|
|
|
| 07.11.08 | |
|
Η αντικαπιταλιστική αριστερά στη νέα περίοδο
Στη περίοδο της καπιταλιστικής κρίσης που διανύουμε, γίνεται μια έντονη και αγωνιώδης συζήτηση, για τα ερωτήματα που γεννιούνται γύρω από τις αιτίες και τις επιπτώσεις της κρίσης, την κίνηση του καπιταλισμού, τη στάση της αριστεράς.
Κεντρικό ζήτημα για την αντικαπιταλιστική αριστερά και το ΝΑΡ, είναι πως θα μετατρέψει την κοινωνική αναζήτηση, την πολιτική κρίση εκπροσώπησης, σε μάχιμη πλειοψηφική πολιτική γραμμή στο εργατικό κίνημα για να μπορέσει να απαντήσει συνολικά. Με ποια γραμμή θα παρέμβει ώστε να πείθονται μέσα από τους αγώνες και την εμπειρία τους, σημαντικά κομμάτια των εργαζόμενων ότι πραγματική βελτίωση της θέσης τους δεν μπορεί να υπάρξει όσο δεν κλονίζονται οι βάσεις της εκμετάλλευσης, της αστικής πολιτικής και εξουσίας, στην προοπτική της αντικαπιταλιστικής επανάστασης.
H αντικαπιταλιστική αριστερά και το ΝΑΡ, πρέπει να προβάλλουν μια συνολική επαναστατική γραμμή, για να παρέμβουν στο ρεύμα της διαμαρτυρίας, να επικοινωνήσουν μαζί του, να ενισχύσουν τις τάσεις αμφισβήτησης του συστήματος που πιο έντονα θα εμφανισθούν, να διεκδικήσουν την ηγεμονία. Κρίσιμο ζητούμενο είναι πως η λογική της εργατικής χειραφέτησης και του πολιτικού εργατικού κινήματος, θα κερδίζει τις πρωτοπόρες αγωνιστικές συνειδήσεις με το δρόμο του επαναστατικού αγώνα σήμερα, και όχι σε ένα αόριστο αντικαπιταλιστικό μέλλον.
Το επόμενο διάστημα δεν πρέπει να είναι μια «ήρεμη» περίοδος εκλογικής αναμονής, Η αντικαπιταλιστική αριστερά και το ΝΑΡ πρέπει να περάσουν σε ένα άλλο πολιτικό επίπεδο, σε κάθε πλευρά της δράσης τους, στο εργατικό κίνημα. Σε αυτές τις συνθήκες βασικό καθήκον είναι να προχωρήσει η λογική και τα κριτήρια του Νέου Εργατικού Κινήματος. Να γίνουν βήματα στην κατεύθυνση της αναγέννησης του εργατικού κινήματος, της ταξικής ανασυγκρότησης του, στη ταξική αγωνιστική ενότητα. Η ενότητα αυτή δεν οικοδομείται, μέσα στους εργαζόμενους, απλά με την επίκληση ενός αντικαπιταλιστικού προγράμματος στη λογική της εργατικής χειραφέτησης. Οικοδομείται απαντώντας από εργατική και ριζοσπαστική σκοπιά στα επίδικα που αναδεικνύει κάθε αντιπαράθεση, στα ερωτήματα που κρίνουν τον προσανατολισμό της.
Σήμερα υπό το πρίσμα της κατάρρευσης των αγορών και της παγκόσμιας κρίσης, γίνεται πιο έντονη στους εργαζόμενους, η πεποίθηση ότι δεν μπορούν να υπάρξουν αποτελεσματικές διεκδικήσεις και ειδικά απέναντι σε κάθε μεμονωμένο εργοδότη. Το γεγονός αυτό εντείνει λογικές αναποτελεσματικότητας, ηττοπάθειας και αναμονής. Απαιτεί τη διαμόρφωση, συγκεκριμένων πολιτικών διεκδικήσεων απέναντι στις κυβερνήσεις και το κεφάλαιο, για να μην πληρώσουν οι εργαζόμενοι την κρίση, να πάρουν από τον πλούτο που παράγουν. Η αντικαπιταλιστική αριστερά πρέπει να θέσει στο μαζικό κίνημα πολιτικά αιτήματα για το πάγωμα της καταβολής δόσεων δανεισμού, για να αναλάβει το κράτος την ευθύνη της λειτουργίας των επιχειρήσεων που κλείνουν στους στρατηγικούς τομείς της παραγωγής με εργατικό έλεγχο, την απαγόρευση των απολύσεων, τη ριζική αναδιανομή του πλούτου, την ανυπακοή στα κριτήρια της ΟΝΕ και της ΕΕ. Τα αιτήματα αυτά πρέπει να δένονται οργανικά με συνολικούς πολιτικούς στόχους που βρίσκονται σε αντίθεση με τον πυρήνα της κυρίαρχης πολιτικής, με τον άμεσο πολιτικό στόχο της ανατροπής της επίθεσης. Για να υπάρχει αποτελεσματικότητα στον άμεσο καθημερινό αγώνα και να κερδίζεται το πρωτοπόρο δυναμικό με την αντικαπιταλιστική προοπτική.
Όσο δυναμώνει η κρίση εκπροσώπησης, η ανυποληψία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στα μάτια των εργαζόμενων και οι τάσεις ανεξαρτησίας, η αντικαπιταλιστική αριστερά μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο στην όξυνση της πολιτικής πάλης των εργαζόμενων απέναντι στην αστική πολιτική. Με αυτοτέλεια από την συνδικαλιστική γραφειοκρατία που γίνεται όλο και πιο αντιδραστική, αλλά και το ΠΑΜΕ που δεν έχει καμία λογική κλιμάκωσης του αγώνα, σαν καθημερινή πρακτική μέσα στην κίνηση των εργαζόμενων και όχι μόνο στις ανεξάρτητες απεργιακές συγκεντρώσεις. Μέσα από την ενεργοποίηση της εργατικής βάσης, και όχι με το συντονισμό των εκπροσώπων, γιατί μόνο έτσι μπορεί να προχωράει η υπέρβαση του γραφειοκρατικού συνδικαλισμού, η αυτοοργάνωση των εργαζόμενων. Ο οριζόντιος συντονισμός των σωματείων, η ανάπτυξη νέων μορφών οργάνωσης, η ανάδειξη στοιχείων νέου και αναγκαίου εργατικού πολιτισμού πρέπει να αποτελεί μόνιμη πολιτική επιδίωξη της αντικαπιταλιστικής αριστεράς.
Το προχώρημα στα βήματα οικοδόμησης του πόλου και του ΑΕΜ είναι εδώ και καιρό αναγκαιότητα. Η προοπτική της αυτοτελούς ενωτικής πολιτικής παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς απασχολεί το δυναμικό (ανεξάρτητο ή οργανωμένο) που θεωρεί τον εαυτό του μέρος ενός ευρύτερου αντικαπιταλιστικού ρεύματος. Η συζήτηση αυτή αφορά και το ρεύμα της «αριστερής» διαμαρτυρίας. Το ΝΑΡ πρέπει να συμβάλει αποφασιστικά, σε αυτή τη συζήτηση, στην πραγματοποίηση συγκεκριμένων βημάτων, για την υπέρβαση των αντιφατικών χαρακτηριστικών αυτού του δυναμικού, για τη συσπείρωση και τη μετωπική ενότητα των δυνάμεων της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στην κατεύθυνση του πόλου της.
Το ΜΕΡΑ είναι η πιο προωθημένη κατάκτηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, μια πολύτιμη μετωπική έκφραση από την άποψη του περιεχομένου, της συνύπαρξης διαφορετικών πολιτικών ρευμάτων, της αντοχής όλο αυτό το διάστημα. Παρόλα αυτά δεν είναι δεμένο οργανικά με τους χώρους που κυρίως δρα το ΝΑΡ και η νΚΑ, δηλαδή τα σχήματα (ΕΑΑΚ, κινήσεις πόλης, εργατικά σχήματα). Για αυτό παρά το αναγκαίο περιεχόμενο, δεν έχει τη φυσιογνωμία ενός ενωτικού εγχειρήματος που μπορεί να εμπνεύσει τους πρωτοπόρους αγωνιστές και το αντικαπιταλιστικό δυναμικό που έχει βγει μέσα απ΄ τους αγώνες.
Δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που συμμετέχουν στα εργατικά σχήματα, όλο και περισσότερο υποχωρούν από τη λογική της συγκρότησης ενός τρίτου ρεύματος. Στο εργατικό κίνημα, έχουν εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια διαμόρφωσης με μαζικούς όρους αγώνα οποιασδήποτε πρωτοβουλίας που να τίθεται εκτός ΓΣΕΕ. Στα μέτωπα της πόλης υπάρχουν δυνάμεις που αρνούνται να συμβάλουν στη συγκρότηση του αντικαπιταλιστικού ρεύματος «φλερτάροντας» με τις διαχειριστικές λογικές του ΣΥΡΙΖΑ, μέσω του Παναττικού δικτύου, ενώ άλλες συμμετέχουν ενεργά στο Παναττικό δίκτυο.
Ο ρόλος των κοινωνικο-πολιτικο σχημάτων στους χώρους σαν ένα από τα βασικά μορφώματα συγκρότησης του αντικαπιταλιστικού δυναμικού και πολιτικά υποκείμενα συμβολής στη συγκρότηση ενός τρίτου ρεύματος στην αριστερά, υποχωρεί συνεχώς τα τελευταία χρόνια, μαζί με άλλα ελπιδοφόρα εγχειρήματα όπως η Πρωτοβουλία Αγώνα.
Παρ’ όλες τις αντιφάσεις και τις μεγάλες ανεπάρκειες, το σημερινό αντικαπιταλιστικό δυναμικό πρέπει να αναζητήσει νέους δρόμους πολιτικής και κοινωνικής αυτοτέλειας, βαθέματος και ενίσχυσης του κεκτημένου και των αντικαπιταλιστικών του χαρακτηριστικών, σε πλήρη διαχωρισμό από το σύστημα και τη ρεφορμιστική αριστερά. Βασικό ζητούμενο παραμένει αν θα κινηθεί, στην κατεύθυνση ενός διακριτού ανεξάρτητου ρεύματος στο εργατικό κίνημα, για την υπέρβαση του υποταγμένου συνδικαλισμού. Διαφορετικά ένα μεγάλο τμήμα του θα οδηγείται στην περιθωριοποίηση ή στη δορυφοροποίηση γύρω από τη ρεφορμιστική αριστερά. Ιδιαίτερα στο έδαφος της όξυνσης της κρίσης, όλο και μεγαλύτερα κομμάτια θα πιέζονται είτε προς την «άμεση απάντηση στον νεοφιλελευθερισμό» και στο πρόγραμμα διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ, είτε προς το ΚΚΕ που καταγγέλλει τον καπιταλισμό, προβάλλοντας σαν απάντηση την εκλογική του ενίσχυση, στην προοπτική της λαϊκής οικονομίας και του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε. Στο βαθμό που συγκροτείται αυτό το ρεύμα με χαρακτηριστικά αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας, ανοίγονται αναβαθμίζονται οι όροι και οι δυνατότητες κοινής δράσης και διαλόγου με τη ρεφορμιστική αριστερά, με ισοτιμία, ανοιχτή και δημόσια αντιπαράθεση καθώς και οι δυνατότητες επίδρασης στη βάση της.
Η προσπάθεια αναζήτησης μιας πλατιάς, αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής παρέμβασης, αποτελεί για το ΝΑΡ δοκιμασία της πολιτικής του, στο δυναμικό της αριστερής αναζήτησης και σε όλους τους αγωνιστές της Αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, άσχετα αν συμφωνούν με το σύνολο της γραμμής του. Με εμπιστοσύνη ότι αυτή η γραμμή μπορεί να αλλάζει συσχετισμούς, να μετασχηματίζει τις ταλαντευόμενες τάσεις, να ηγεμονεύει.
Η πολιτική αυτή πρέπει να δοκιμάζεται πρώτα και κύρια στα σχήματα (ΕΑΑΚ, εργατικά σχήματα, κινήσεις πόλης), που αποτελούν μια από τις πιο βασικές μορφές συγκρότησης του αντικαπιταλιστικού δυναμικού. Βασικός στόχος πρέπει να είναι η αναβάθμιση της συζήτησης και της δράσης τους, για να μετατραπούν στο νεύρο της συγκρότησης του αντικαπιταλιστικού ρεύματος, σε πολιτικά υποκείμενα συμβολής στη συγκρότηση του πόλου. Προσπάθειες όπως αυτή, του πολιτικού συντονισμού των κινήσεων πόλης αποτελεί μια σοβαρή απόπειρα που βρίσκεται σε εξέλιξη. Αντανακλά τη διάθεση ενός δυναμικού να συγκροτηθεί μια συνολική αντικαπιταλιστική αντίληψη για την πόλη σαν εργαλείο παρέμβασης στις μάχες που δίνει. Η αντίληψη αυτή συγκροτείται σε ένα περιεχόμενο που μπορεί να μην ορίζει τα «πάντα μέχρι τέλους», έχει όμως μια σαφή αντικαπιταλιστική φυσιογνωμία, αντανακλά το κεκτημένο επίπεδο των σχημάτων, κάνει βήματα στην εμβάθυνση τους, συγκροτεί διακριτό περιεχόμενο και μορφές από τη ρεφορμιστική αριστερά. Προφανώς υπάρχουν ανοιχτά θέματα και διαφορετικές απόψεις και κάποια από αυτά έχουν αναδειχθεί στην πορεία ως τώρα. Η διαδικασία αυτή θα κριθεί από το αν τα θέματα αυτά αναδειχθούν στα σχήματα και στον αντικαπιταλιστικό χώρο, αν απαντηθούν μέσα από την εμπειρία μιας μάχιμης κοινωνικής παρέμβασης.
Η προώθηση του πόλου της αντικαπιταλιστικής αριστεράς δεν λύνεται με μια τακτική μέχρι τις ευρωεκλογές ή μέσω των ευρωεκλογών. Απαιτείται ένα πιο μακροπρόθεσμο πολιτικό σχέδιο. Όμως η συζήτηση έχει ήδη ανοίξει και πρέπει να της δοθεί η σημασία που της αναλογεί. Οι συνθήκες της περιόδου και οι στρατηγικοί μας στόχοι απαιτούν από την πλευρά του ΝΑΡ και του ΜΕΡΑ, μια πιο αναβαθμισμένη τακτική στις ευρωεκλογές, στην κατεύθυνση του πόλου. Υπό αυτή την έννοια η πρόταση για τη συγκρότηση ενός όσο το δυνατόν πλατύτερου ενωτικού ψηφοδελτίου της αντικαπιταλιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, με το περιεχόμενο που περιγράφεται στην απόφαση της ΠΕ και προοπτική συνέχισης, μπορεί να συμβάλει στην αναδιάταξη του καθηλωμένου και κατακερματισμένου τοπίου στην εξωκοινοβουλευτική Αριστερά. Μπορεί να δώσει μια ώθηση στο δυναμικό που παρεμβαίνει στα ΕΑΑΚ και τις άλλες πολιτικοσυνδικαλιστικές συσπειρώσεις. Η επιτυχία της ενωτικής πολιτικής μας πρότασης θα κριθεί από την γενικότερη τακτική και φυσιογνωμία του ΝΑΡ και του ΜΕΡΑ, την ικανότητά τους να εντάξουν στη συζήτηση με ρόλο υποκειμένου, όλο αυτό το δυναμικό. Θα κριθεί ακόμη από τα βήματα κοινής εμφάνισης και δράσης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς στα μέτωπα της περιόδου και στο εργατικό κίνημα.
Σύλβια Κοιλάκου
Χάρης Λαμπρόπουλος
|
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|
















