| Άρθρο διαλόγου 6 |
|
|
|
| 07.11.08 | |
|
Η καπιταλιστική κρίση και η απάντηση(;) της Αριστεράς
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση που βρίσκεται σε εξέλιξη αναδιαμορφώνει βίαια το έδαφος πάνω στο οποίο θα κινηθούν οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις για τα επόμενα χρόνια. Η υπέρβασή της είναι ήδη ένα επίδικο της ταξικής πάλης, σε όλα τα επίπεδα (κοινωνικοοικονομικό, πολιτικό, θεωρητικό), με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Περί τίνος πρόκειται όμως;
Δεν πρόκειται απλά για κρίση του νεοφιλελευθερισμού, ούτε ενός δήθεν καπιταλισμού-καζίνο, όπως διατείνεται ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς, αλλά για βαθιά κρίση του συστήματος και μάλιστα της νέας εποχής του, αυτής του ολοκληρωτικού καπιταλισμού. Η χρηματοπιστωτική έκφρασή της είναι η κορυφή του παγόβουνου, καθώς είναι ο πιο ευάλωτος τομέας, αλλά η βάση του παγόβουνου βρίσκεται βαθιά στο έδαφος των νέων κοινωνικών σχέσεων που διαμορφώνει ο ολοκληρωτικός καπιταλισμός. Άλλωστε ο ίδιος ο χρηματοπιστωτικός τομέας έχει το ρόλο της τεράστιας επιτάχυνσης της κυκλοφορίας του κεφαλαίου, από την οποία όμως εξαρτάται όλο και περισσότερο η ίδια η χρηματοδότηση της παραγωγικής διαδικασίας σε συνθήκες όπου υποκείμενο πλέον δεν είναι μια ατομική καπιταλιστική επιχείρηση αλλά πολυμετοχικές πολυεθνικές και πολυκλαδικές επιχειρήσεις που αντλούν κεφάλαια από τη χρηματιστηριακή αγορά.
Η ίδια η «εκτόξευση» του χρηματοπιστωτικού τομέα τις τελευταίες δεκαετίες στηρίχθηκε στην τεράστια κερδοφορία που πέτυχε το κεφάλαιο μέσα από την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και τη διεθνική του επέκταση, σε συνθήκες ήττας και αδυναμίας ουσιαστικής αντίδρασης του εργατικού κινήματος. Αυτό το «πλεονάζον» κεφάλαιο έγινε η βάση της χρηματιστηριακής φούσκας, οδηγώντας την ανταλλακτική αξία σε ένα πεδίο αφαίρεσης και συμβολοποίησης, απ’ όπου μοιάζει τελείως αποκομμένη από τον κόσμο της υλικής παραγωγής.
Αλλά το φαινόμενο αυτό παίρνει πιο γενικευμένες και δραματικές διαστάσεις λόγω του ότι τα πάντα έχουν γίνει πλέον ανταλλακτικές αξίες και, μάλιστα, σε ένα διεθνοποιημένο καπιταλισμό. Και επίσης, διότι έχει μεγαλώσει η δυσκολία της γενικής αναπαραγωγής του κεφαλαίου, καθώς προσκρούει πάνω σε σημαντικά κοινωνικά και περιβαλλοντικά όρια.
Από αυτή την άποψη, η σημερινή κρίση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κρίση της καθολικής εμπορευματοποίησης, καθώς είναι έκφραση του αποικισμού όλων των πηγών και πλευρών της ζωής από την αγορά και το χρήμα, όπου όλα έχουν γίνει εμπόρευμα και έχουν αποκτήσει μια χρηματιστηριακή τιμή (ακόμη και οι ρύποι!). Είναι χαρακτηριστική, από αυτήν την σκοπιά, η επισιτιστική κρίση, που προηγήθηκε της χρηματοπιστωτικής, εκτοξεύοντας το ποσοστό της φτώχειας και οξύνοντας δραματικά το πρόβλημα επιβίωσης στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Η κρίση αυτή δεν προήλθε από κάποια έλλειψη αγαθών, από κάποια πτώση της παραγωγής (όπως στο παρελθόν), αλλά από την απαγορευτική για το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού αύξηση των τιμών των βασικών ειδών διατροφής. Είναι, δηλαδή, μια κρίση εν αφθονία και όχι μια κρίση σπάνης. Το ίδιο συνέβη και με την ενεργειακή κρίση: δραματική αύξηση τιμών, χωρίς πτώση παραγωγής.
Την ίδια στιγμή, η χρηματοπιστωτική κρίση στις ΗΠΑ προήλθε από μια υπερκαταναλωτική φούσκα στηριγμένη στο «αμερικάνικο όνειρο» που μετατράπηκε σε εφιάλτη εν μια νυκτί για εκατομμύρια Αμερικανούς. Η υπερκατανάλωση για ένα μικρό μέρος του αναπτυγμένου καπιταλισμού είναι η άλλη όψη της υποκατανάλωσης για τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου. Η αφθονία αγαθών για τους λίγους σημαίνει τεχνητή σπάνη για το μεγαλύτερο μέρος των εργαζομένων σε όλο τον κόσμο.
Η ξέφρενη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και η μετατροπή σε παραγωγική δύναμη και σε οικονομικούς «πόρους» όλων των πηγών της ζωής και της φύσης οδηγεί στην εξάντληση των ανθρώπινων και φυσικών πόρων. Η υπερανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων οδηγεί στην υπανάπτυξη των ανθρώπων και των κοινωνιών και θέτει σε ριζικό κίνδυνο την ίδια την επιβίωση του πλανήτη. Η ουσία, επομένως, αυτής της κρίσης είναι ότι η συνέχιση της ανάπτυξης του καπιταλισμού μπορεί να γίνεται σήμερα μόνο με μεγαλύτερη από ποτέ καταστροφή τόσο του ανθρώπου όσο και της φύσης. Και η κρίση (αναγκαία σύμφωνα με τον Μαρξ για την ανανέωση του καπιταλισμού) είναι μέρος αυτής της διαδικασίας.
Το κεντρικό πρόβλημα, λοιπόν, αυτής της εποχής του καπιταλισμού, που έρχεται με ακόμη πιο δραματικό τρόπο στο προσκήνιο μέσω της κρίσης, δεν είναι πλέον πόσος πλούτος παράγεται, αλλά τι πλούτος παράγεται. Το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου που παράγεται είναι πλούτος άχρηστος και καταστροφικός: πλούτος θανάτου (όπλα, ναρκωτικά κλπ), πλούτος τεχνητών αναγκών (ψυχαναγκαστική κατανάλωση νέων προϊόντων) και πλούτος άσχετος με τις πραγματικές κοινωνικές ανάγκες (τι είναι όλα αυτά τα ασύλητα ποσά που «χορεύουν» στα χρηματιστήρια του κόσμου;). Αλλά ακόμη και ο αναγκαίος για την επιβίωση πλούτος παράγεται με τρόπο καταστροφικό για τον άνθρωπο και τη φύση. Η περιβαλλοντική κρίση συμπυκνώνει δραματικά αυτήν την κατάσταση: Δεν υπάρχει βιώσιμη λύση που να είναι συμβατή με το σημερινό τρόπο παραγωγής και με το επίπεδο καταναλωτικών αναγκών του αναπτυγμένου καπιταλισμού.
Η κρίση σε αυτήν την εποχή, λοιπόν, θέτει βαθύτερα ερωτήματα και νέες απαιτήσεις για την Αριστερά, που πρέπει να απαντήσει η προσπάθεια της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης. Πριν απ’ όλα επιτάσσει μια αποφασιστική μετατόπιση από το πλαίσιο της διανομής του πλούτου, που είναι μέχρι σήμερα το παραδοσιακό πλαίσιο διεκδικήσεων της Αριστεράς ακόμη και της «επαναστατικής», σε ένα πλαίσιο που θα απαντά στα κρίσιμα ερωτήματα: Τι πλούτος, πώς παράγεται και γιατί;
Χωρίς να εγκαταλείπεται η διεκδίκηση και του σημερινού πλούτου που παράγουν οι εργαζόμενοι και τους ανήκει, πρέπει να τεθεί ευθέως το ζήτημα ότι η αναδιανομή του σημερινού πλούτου δεν αρκεί για την μακροπρόθεσμη επιβίωση. Και ότι η απάντηση σε αυτό το πρόβλημα δεν είναι απλά η παραγωγή περισσότερου πλούτου γενικά (ακόμη και υπό εργατική εξουσία), αλλά η αλλαγή αυτού του πλούτου και του τρόπου παραγωγής του.
Αυτό σημαίνει ένα συνολικό κοινωνικό επανακαθορισμό του πώς και τι θα παράγεται με βάση κριτήρια όπως:
- Η αξιοπρεπής επιβίωση όχι ενός μικρού μέρους της ανθρωπότητας αλλά ολόκληρης της ανθρωπότητας.
- Η κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών όχι με εμπορευματικούς όρους αλλά με όρους ισότιμης και ελεύθερης πρόσβασης.
- Η κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου και η υπέρβαση της αλλοτρίωσης και αποξένωσης.
- Η εξασφάλιση μιας αρμονικής και συμμαχικής σχέσης με τη φύση και όχι κυριαρχικής επί αυτής.
- Και τελικά, η υπέρβαση της κυριαρχίας της οικονομίας πάνω σε όλη τη ζωή και η ανάδειξη ως κεντρικών άλλων μορφών πλούτου έξω από το πεδίο της παραγωγής (όπως ο ελεύθερος χρόνος και η ελεύθερη δημιουργική δραστηριότητα, η «καθολική ανάπτυξη του κοινωνικού ανθρώπου» κατά Μαρξ).
Αυτά τα κριτήρια επιβάλλουν να τεθεί με ριζικά διαφορετικό τρόπο το κεντρικό ζήτημα της εργασίας (το μεγάλο «ταμπού» της Αριστεράς): Όχι απλά δουλειά για όλους, αλλά δουλειά χρήσιμη για την κοινωνία και τις πραγματικές ανάγκες της. Όχι μόνο εργατικός έλεγχος και διεύθυνση, αλλά απελευθέρωση της εργασίας και μετατροπή της σε ελεύθερη δημιουργική δραστηριότητα.
Μια δεύτερη αποφασιστική μετατόπιση που επιβάλλει η κρίση στη σημερινή εποχή του καπιταλισμού είναι η μετατόπιση από το πλαίσιο της κρατικής ιδιοκτησίας, που αποτελεί μέχρι σήμερα το κεντρικό σημείο αναφοράς της Αριστεράς ακόμη και της «επαναστατικής», σε ένα πλαίσιο κοινωνικής ιδιοκτησίας, αυτοδιαχείρισης και αυτοοργάνωσης, συλλογικού κοινωνικού ελέγχου. Η ταύτιση του κράτους με το δημόσιο, της κρατικής με την κοινωνική ιδιοκτησία, ήταν και είναι όχι μόνο ανεπαρκής για τις εργατικές ανάγκες αλλά αποτέλεσε και αποτελεί παράγοντα συσκότισης του ταξικού χαρακτήρα του κράτους και νομιμοποίησης εξ αριστερών του ρόλου του αστικού κράτους. Εμπέδωσε την ιδέα ότι αν κάτι είναι κρατικό, ακόμη και εντός του καπιταλισμού, είναι «λιγότερο καπιταλιστικό» και πιο κοντά στις ανάγκες της κοινωνίας.
Ειδικά στην εποχή του ολοκληρωτικού καπιταλισμού με το επιχειρηματικό κράτος, όπου ο κρατικός τομέας βρίσκεται σε άμεση σύμφυση με τα μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα και λειτουργεί με κριτήρια και μεθόδους καπιταλιστικής αξιοποίησης, η αντιπαράθεση του κρατικού απέναντι στο ιδιωτικό δεν αποτελεί λύση εργατικής χειραφέτησης. Πολύ περισσότερο που σήμερα αυτός ο μύθος γκρεμίζεται με πάταγο, καθώς οι «κρατικοποιήσεις» γίνονται το νούμερο ένα όπλο στα χέρια των «νεοφιλελεύθερων» κυβερνήσεων για τη στήριξη και τη σωτηρία μεγάλων καπιταλιστικών οργανισμών.
Είναι ανάγκη, επομένως, να τεθεί ευθέως το ζήτημα ότι η καπιταλιστική ιδιοκτησία δεν ανατρέπεται από το κράτος αλλά από την πραγματική κοινωνικοποίηση και συλλογική εργατική αυτοδιαχείριση, έξω και πέρα από το κράτος. Η κρατικοποίηση δεν αποτελεί κάποιο «σκαλοπάτι» προς την πλήρη κοινωνικοποίηση, αλλά αποτελεί το ...τελευταίο οχυρό των καπιταλιστικών σχέσεων (όπως φάνηκε, άλλωστε, με αποκαλυπτικό τρόπο στον «υπαρκτό σοσιαλισμό»). Η μάχη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση και την καθολική εμπορευματοποίηση μπορεί να είναι πραγματικά απελευθερωτική αν δίνεται από τη σκοπιά (και με ανάλογο πλαίσιο διεκδικήσεων) των κοινωνικοποιημένων και ελεύθερων δημόσιων αγαθών.
Η υπέρβαση της κρίσης είτε θα γίνει εις βάρος των εργαζομένων είτε σαρώνοντας το σύστημα που γεννά τις κρίσεις. Η ταξική πάλη αποφασίζει και όχι κάποια «αντικειμενική λογική της ιστορίας» ή μια «τελική κρίση του καπιταλισμού». Έτσι στις σημερινές συνθήκες, η απόκρουση της συνολικής επίθεσης του κεφαλαίου τείνει να δένεται πιο στενά, πιο οργανικά, πιο αναγκαία με την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Γιατί απόκρουση σημαίνει ματαίωση βασικών στρατηγικών επιλογών που είναι αναγκαίες για την υπέρβαση της κρίσης από τη σκοπιά του κεφαλαίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να υπάρξουν επιμέρους νίκες του εργατικού κινήματος, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Όμως, συνολική απόκρουση σημαίνει τουλάχιστον έναν κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό όπου προβάλλει η επαναστατική απειλή. Όχι μόνο δεν μπορεί να σταθεί μια «ενδιάμεση λύση» σήμερα, αλλά μπροστά σε κάθε σοβαρή προσπάθεια απόκρουσης της επίθεσης θα μπαίνει πιο άμεσα και πιο δραματικά το πρόβλημα της ανατροπής της εξουσίας και της ριζικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας.
Από αυτή την άποψη, δεν αρκεί σήμερα δίπλα στο στόχο της ανατροπής της επίθεσης να «κολλάμε» απλώς ...«από τη σκοπιά της αντικαπιταλιστικής επανάστασης». Αντίσταση-ρήξη-ανατροπή της συνολικής επίθεσης του κεφαλαίου μπορεί να υπάρξει μόνο με τον επαναστατικό αγώνα, με την αντικαπιταλιστική επανάσταση, από τη σκοπιά της πλήρους εργατικής χειραφέτησης και της σύγχρονης κομμουνιστικής απελευθέρωσης.
Η επικρατούσα λογική του να χαμηλώσουμε τον πήχυ και να ενωθούμε για να σώσουμε ότι μπορούμε είναι μια αδιέξοδη λογική που απλά βοηθάει τον καπιταλισμό να σταθεροποιηθεί ξανά. Η συνολική αντεπίθεση με τις ανάγκες, τα δικαιώματα και τις επιθυμίες μας μπορεί να επιβάλλει και την άμεση επιβίωση και βελτίωση και όχι η παραίτηση και η αποδοχή της κρίσης.
Η κρίση δεν είναι ευκαιρία για «έκτακτα προγράμματα» και «πλατιές ενότητες», ενώ η ανατροπή και η επανάσταση είναι πάντα ζήτημα ενός επόμενου «σταδίου» που όλο έρχεται αλλά ποτέ δεν «ωριμάζει». Η μεγάλη αντιστροφή που πρέπει να επεξεργαστεί και να φέρει στην πράξη η κομμουνιστική επαναθεμελίωση είναι πώς θα έρθει η επανάσταση σήμερα και όχι πώς θα την πλησιάζουμε διαρκώς, μέσω διάφορων σταδίων, φάσεων, καμπών κλπ, σε ένα αόριστο μέλλον.
Ο δρόμος του επαναστατικού αγώνα υπάρχει σε κάθε φάση της ταξικής πάλης. Η επιλογή του και η ανάπτυξή του απαιτεί όμως μια Αριστερά που θα συγκροτείται σε ανεξαρτησία από το σύνολο του αστικού πολιτικού σκηνικού και των πολιτικών σχεδίων ενσωμάτωσης και υποταγής, μετωπικά και με υποκείμενο πριν απ’ όλους τους πρωτοπόρους αγωνιστές των κοινωνικών μαχών και της αντικαπιταλιστικής αναζήτησης. Μια Αριστερά ικανή να οξύνει την ταξική αντιπαράθεση, να δίνει ανατρεπτική προοπτική και θετικό περιεχόμενο στις ανάγκες και τα συμφέροντα και όχι να αναζητά «εναλλακτικές λύσεις» διάσωσης.
Το πιο επείγον και κρίσιμο ζήτημα που θέτει η κρίση και η επίθεση είναι η υπέρβαση του ιστορικού σχίσματος εργατικού κινήματος και εργατικής πολιτικής. Όσο το εργατικό κίνημα παραδίδεται και από την Αριστερά στην αστική πολιτική, στο όνομα μιας καθαρής υποτίθεται οικονομικής πάλης όλων των εργαζομένων, τόσο δε θα διαμορφώνεται αντίπαλο δέος. Η συγκρότηση ενός πολιτικού εργατικού κινήματος χειραφέτησης είναι όρος και για αποτελεσματική αντίσταση και οικονομικές κατακτήσεις. Η πολιτική ενοποίηση και κατεύθυνση ανατροπής είναι το καθοριστικό στοιχείο για νίκες ή ήττες.
Ειδικά σήμερα είναι επιτακτική ανάγκη επιβίωσης και προοπτικής το νέο εργατικό κίνημα να αντιπαρατεθεί στην κρίση και πρακτικά, επιχειρώντας να οργανώσει τη ζωή σε αντιεμπορευματική – αντικαταναλωτική βάση: Να οργανώσει τις δικές του μορφές επιβίωσης, αλληλεγγύης, πολιτισμού, έξω από το κράτος και την οικονομία της ανταλλαγής, με αυτοοργάνωση και άμεση δημοκρατία, έξω από τις πρακτικές της ανάθεσης και της εκπροσώπησης.
Όλα αυτά σημαίνουν ότι «απάντηση» στην κρίση δεν μπορεί να δοθεί με μια συγκυριακή τακτική ή με μια απλά εκλογική συμφωνία. Χρειάζεται ένα συνολικό πολιτικό σχέδιο, με κέντρο την όξυνση και την ανώτερη ενοποίηση και πολιτικοποίηση της ταξικής πάλης σε επαναστατική κατεύθυνση, μέσα στο οποίο, επεισόδια όπως οι εκλογές θα πρέπει να κρίνονται με κριτήριο την προώθηση αυτού του σχεδίου (στην πράξη και όχι απλά σε κάποια κείμενα), τη διαμόρφωση μακροπρόθεσμων απαντήσεων για τις πολιτικές μάχες μιας ολόκληρης περιόδου.
Κώστας Χαριτάκης
|
| < Προηγ. | Επόμ. > |
|---|
















